θίνος

θίνος
θῑνος, ὁ (Α)
επιγρ. ιερός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Κρητ. τ. τού θέινος*].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • θινός — θῑνός , θίς heap masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ζακυ(ν)θινός — ο θηλ. ή και ιά ο κάτοικος της Ζακύνθου ή ο καταγόμενος από αυτή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζακυ(ν)θινός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη Ζάκυνθο ή τους Ζακυνθινούς ή που προέρχεται από τη Ζάκυνθο: Συνήθειες ζακυθινές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θίνα — η (ΑΜ θίς και θίν, γεν. θινός, ὁ και ἡ) νεοελλ. γεωλ. γεωμορφή αιολικής* προελεύσεως που απαντά σε έρημους και σε παράκτιες περιοχές, αμμόβουνα σχηματισμένα με την επενέργεια τού ανέμου αρχ. 1. σωρός 2. σωρός άμμου 3. αμμώδης ακτή, παραλία,… …   Dictionary of Greek

  • Двина — (Западная) – название реки, перенесенное затем также на Сев. Двину. Зап. Двина называется в др. исл. Dyn(a), ср. польск. Dzwina, нем. Düna, лит. Dauguvà, лтш. Daugava; ср. еще лит. daũg много , а также распространенный русск. гидроним Многа.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • OSTIA — I. OSTIA in Circo, apud Romanos duodena, unâ simul machinatione pandi solebant, quum quadrigae emitterentur, licet quatuor duntaxat quadrigas ex 4. ostiis per singulos missus emitti, sollenne esset. Cassiodorus. Bissena ostia ad duodecim signa… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ένθινος — ἔνθινος, ον (Α) [θίνος] αυτός που πρέπει να θεωρείται θείος, ιερός, σεβαστός …   Dictionary of Greek

  • αποθινούμαι — ἀποθινοῡμαι ( όομαι) (Α) αποφράζομαι με πηλό ή άμμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < απο * + θις, θινός «σωρός, ιδίως αμμώδης»] …   Dictionary of Greek

  • θινοκόρος — ο ζωολ. γένος χαραδριόμορφων πτηνών. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. thinocorus < thin (πρβλ. θις, θινός) + corus (πρβλ. κόρυς «περικεφαλαία»)] …   Dictionary of Greek

  • ρηγμίν — και ῥηγμίς, ῑνος, ή, Α 1. τόπος όπου προσκρούει και παλινδρομεί το κύμα, η ακτή («κώπῃσιν ἁλὸς ῥηγμῑνα βαθεῑαν τύπτετε», Ομ. Οδ.) 2. (κατά τον Ησύχ.) «ῥηγμῑνες τὰ ἀπορρήγματα τῆς πέτρας» 3. φρ. «ῥηγμὶν βίοιο» το τέλος τής ζωής, ο θάνατος. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”